υπνοβατικός

υπνοβατικός
-ή, -ό
αυτός που έχει σχέση με τον υπνοβάτη ή την υπνοβασία (βλ. λ.): Υπνοβατική κατάσταση.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • υπνοβατικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον υπνοβάτη ή στην υπνοβασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπνοβάτης. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Λεξικόν Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν τού Σκ. Δ. Βυζαντίου] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”